Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα στο διεθνές επιχειρείν ωθεί τους επικεφαλής των φορολογικών τμημάτων στην υιοθέτηση της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης (GenAI), όπως καταγράφει η έρευνα της EY. Με την πλειονότητα των στελεχών (90%) να προεξοφλεί κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων με τις φορολογικές αρχές, η ανάγκη για τεχνολογικά ώριμες λύσεις και επαναπροσδιορισμό της φορολογικής διακυβέρνησης καθίσταται επιτακτική, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η λειτουργική ευστάθεια των οργανισμών.

Η έρευνα βασίζεται στις απόψεις σχεδόν 2.000 ανώτερων στελεχών του φορολογικού κλάδου παγκοσμίως και αναδεικνύει τις προκλήσεις που προκύπτουν από τις διεθνείς φορολογικές μεταρρυθμίσεις, τις απαιτήσεις για αυξημένη διαφάνεια, τις νέες τεχνολογίες και το ταχέως εξελισσόμενο ρυθμιστικό τοπίο.

Η GenAI αλλάζει τον τρόπο διαχείρισης διαφορών με τις φορολογικές αρχές

Η GenAI ενσωματώνεται με γρήγορους ρυθμούς στη διαχείριση των φορολογικών κινδύνων, με το 87% των ερωτηθέντων να εκτιμούν ότι μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά την αποδοτικότητα και την ακρίβεια, τόσο των φορολογικών ελέγχων, όσο και της επίλυσης διαφορών με τις φορολογικές αρχές. Την ίδια στιγμή, όμως, οι πιέσεις αυξάνονται σχεδόν καθημερινά, αφενός, ως προς τον όγκο των υποθέσεων, και, αφετέρου, ως προς τον χρόνο που απαιτείται για την οριστική τους διευθέτηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, το 70% των επικεφαλής του κλάδου δηλώνουν ότι έχουν ήδη υλοποιήσει ή βρίσκονται στη διαδικασία ενσωμάτωσης τουλάχιστον ενός εργαλείου GenAI, ειδικά σχεδιασμένου για τη διαχείριση διαφορών. Όσοι αξιοποιούν τέτοια εργαλεία, εμφανίζουν αισθητά υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τις σχετικές διαδικασίες: το 46% δηλώνουν ότι είναι «πολύ ικανοποιημένοι», έναντι μόλις 31% όσων δεν χρησιμοποιούν λύσεις AI.

BEPS 2.0 και ψηφιακή φορολογική μεταρρύθμιση

Παρά τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία, οι ανησυχίες για περαιτέρω κλιμάκωση των διαφορών με τις φορολογικές αρχές παραμένουν έντονες. Το 92% των στελεχών αναμένουν αύξηση των διαφορών που σχετίζονται με τον δεύτερο πυλώνα του πλαισίου BEPS (Pillar Two), ενώ το 91% ανησυχούν για πιθανές εκκρεμότητες που αφορούν τον πρώτο πυλώνα (Pillar One – Amount A). Παράλληλα, το 90% προβλέπουν άνοδο των διαφορών που συνδέονται με τις ενδοομιλικές συναλλαγές και τις υποχρεώσεις διαφάνειας, όπως η δημόσια δήλωση ανά χώρα (public country-by-country reporting). Οι φόροι ψηφιακών υπηρεσιών αναδεικνύονται, επίσης, σε βασικό πεδίο μελλοντικού φορολογικού κινδύνου, ωστόσο μόλις το 49% των συμμετεχόντων δηλώνουν ότι αισθάνονται «πολύ καλά προετοιμασμένοι» για να διαχειριστούν την αναμενόμενη αύξηση διαφορών στον συγκεκριμένο τομέα.

Η φορολογική διακυβέρνηση ενισχύει την εμπιστοσύνη

Καθώς οι φορολογικοί κίνδυνοι εντείνονται, η ισχυρή διακυβέρνηση αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα αποτελεσματικής διαχείρισης των διαφορών με τις φορολογικές αρχές. Παρότι το 91% των ερωτηθέντων αναφέρουν ότι σκοπεύουν να ενισχύσουν την εστίασή τους στη διεθνή φορολογική διακυβέρνηση, μόλις το 31% εμφανίζονται «πολύ ικανοποιημένοι» από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται σήμερα τις φορολογικές διαφορές. Η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ πρόθεσης και εφαρμογής είναι κρίσιμη. Τα πιο ώριμα φορολογικά τμήματα επενδύουν στη δημιουργία σαφών δομών ηγεσίας, στην κεντρικοποίηση της εποπτείας των διεθνών διαφορών και στην ενίσχυση της διακυβέρνησης των δεδομένων, θέτοντας τις βάσεις για μεγαλύτερη συνέπεια, διαφάνεια και έλεγχο.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο Σπύρος Καμινάρης, Εταίρος και Επικεφαλής Φορολογικών Υπηρεσιών της ΕΥ Ελλάδος, δήλωσε: «Σε διεθνές επίπεδο, το φορολογικό περιβάλλον γίνεται πιο ενοποιημένο, αλλά και πιο απαιτητικό. Οι φορολογικές αρχές κινούνται με μεγαλύτερο συντονισμό, αξιοποιούν περισσότερα δεδομένα και έξυπνες τεχνολογίες, και περιμένουν ταχύτερη, πιο τεκμηριωμένη ανταπόκριση από τις επιχειρήσεις στα αιτήματά τους. Βλέπουμε, επίσης, ότι οι φορολογικές διαφορές δεν αυξάνονται απλώς σε αριθμό, αλλά αλλάζουν και χαρακτήρα. Αυτό, μεταβάλλει τη φύση της φορολογικής συμμόρφωσης, με τις επιχειρήσεις να καλούνται να διαχειριστούν περισσότερα αιτήματα, πιο σύνθετα δεδομένα και αυστηρότερα χρονοδιαγράμματα, συχνά με πιο περιορισμένους πόρους. Σε αυτό το περιβάλλον, η τεχνολογία, και ειδικά η τεχνητή νοημοσύνη, λειτουργούν ως καταλύτης για μια πιο ώριμη σχέση με τη φορολογική διοίκηση. Όχι μόνο γιατί βελτιώνουν την ακρίβεια και την διαφάνεια, αλλά γιατί επιτρέπουν τόσο την πιο έγκαιρη διαχείριση και αντιμετώπιση των φορολογικών κινδύνων, όσο και καλύτερο έλεγχο των δεδομένων».